Πώς η νοσηρή θρησκευτικότητα παγιδεύει την ανθρώπινη ψυχή σε ψυχολογικά προβλήματα, και πώς η υγιής θρησκευτικότητα ανοίγει τον δρόμο για τον αυθεντικό εαυτό και τη συμφιλίωση των ανθρώπων;
"Άνθρωποι, τι κοιτάτε στον ουρανό, και άλλοτε τι κοιτάτε χαμηλά στη γη; Σηκώστε το βλέμμα σας στο ύψος του άλλου."
Της Ιωάννας Ν. Τριπερίνα, Ψυχολόγου MSc.
Στην ψυχολογική θεραπεία, συχνά φτάνουμε σε ένα σημείο όπου οι ψυχολογικές θεωρίες μοιάζουν στεγνές μπροστά στο βάθος της ανθρώπινης αγωνίας για τη μοναξιά, το κενό, το θάνατο, την ελευθερία, την έλλειψη νοήματος. Εκεί, η ψυχολογία συναντά την υπαρξιακή αναζήτηση και την πνευματικότητα.
Τα κείμενα που ακολουθούν είναι μια προσπάθεια να γεφυρώσουμε την ψυχολογική ανάγκη για αποδέσμευση από την αυτοαπόρριψη (και την ενοχή και τη ντροπή που τη συνοδεύουν), με την οντολογία της πνευματικής μας παράδοσης, η οποία μας αποκαλύπτει ότι η βαθιά θεραπεία του ανθρώπου δεν είναι ένα εγωκεντρικό επίτευγμα, αλλά μια αθόρυβη κοινή επιστροφή σε μια αγκαλιά που μας ελευθερώνει να υπάρχουμε.
«Βρισκόμουν εκεί, από την πρώτη στιγμή, στην αδρεναλίνη που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν και μετά στο υγρό που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου όταν ακόμα ήσουν μια ζωή απόλυτα εξαρτημένη.
Έφτασα σ’ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις, προτού ακόμα μπορέσεις να καταλάβεις κάτι απ’ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια, προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
Όταν ήσουν απροστάτευτος κι εκτεθειμένος, όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.
Μ’ έφερε στη ζωή σου το χέρι της μαγικής σκέψης, με συνόδευαν… οι προλήψεις και τα ξόρκια, τα φετίχ και τα φυλαχτά… οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση… οι δάσκαλοι σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου…
Προτού μάθεις πως υπήρχα, διαίρεσα την ψυχή σου σ’ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο σκότους.
Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.
Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα.
Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο, είμαι ο πρώτος που ήρθα κι ο τελευταίος που θα φύγω.
Έγινα ισχυρός, με τον καιρό, ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή.
Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, να σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας υποτιμητικά αστεία των συμμαθητών σου στο σχολείο όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου. Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντάς τη μετά με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.
Και τώρα, επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο ότι είσαι γυναίκα, ότι είσαι μαύρος, ότι είσαι Εβραίος, ότι είσαι ομοφυλόφιλος, ότι κατάγεσαι από την Ανατολή, ότι είσαι άνθρωπος με αναπηρία, ότι είσαι ψηλός, κοντός ή χοντρός… μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμιο υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης.
Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.
Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά, στους αιώνες των αιώνων.
Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία, σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε καλές συνήθειες, σε αυτοέλεγχο.
Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που αν θελήσεις να με αρνηθείς, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα προσωπεία σου, πίσω από τα χάπια, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου, πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία πού πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια.
Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας.
Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξη σου σ’ αυτό το φόβο.
Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτός ο άνθρωπος που τον γυρεύουν, τον λατρεύουν, τον χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο.
Χάρη σ’ εμένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά,
ο,τιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.
Το μάντεψες, έτσι δεν είναι;
Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό.
Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό.
Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ !».
Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα καλό συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…».
Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Να σου πω μια ιστορία”, εκδόσεις Opera, 2007 – με μικρές διορθώσεις στα σημεία όπου η μετάφραση δεν απέδιδε πλήρως το νόημα.
Η δική μας εκδοχή του ποιήματος του Leo Booth (1991), μετά από τον Jorge Bucay (1999), θα μπορούσε ίσως να μας επιτρέψει να αξιοποιήσουμε την αυτοαπόρριψη μέσα από την αυτογνωσία ως κίνητρο επιστροφής στον εαυτό.
«Ήμουν εκεί πριν ακόμη γεννηθείς. Στον παλμό που ένιωσαν οι γονείς σου όταν σε ονειρεύτηκαν, στο πρώτο κύμα ζωής που άρχισε να σε σχηματίζει.
Ήρθα κοντά σου πριν μάθεις λέξεις, πριν καταλάβεις τι σημαίνουν τα βλέμματα και οι φωνές των άλλων. Ήμουν εκεί όταν έκανες τα πρώτα σου βήματα, τρέμοντας με αβεβαιότητα, κι όλοι γελούσαν τρυφερά γύρω σου.
Μεγάλωνα μαζί σου. Κρυβόμουν στις στιγμές που φοβήθηκες, στις φορές που ένιωσες πως δεν ήσουν αρκετός, πως έπρεπε από "ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ" να γίνεις "ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΣΟΥΝ" για να αγαπηθείς.
Κάθε λέξη υποτίμησης, κάθε σύγκριση, κάθε βλέμμα απογοήτευσης, μου έδινε χώρο μέσα σου.
Κι έτσι άρχισες σιγά σιγά να με πιστεύεις. Να νομίζεις ότι είμαι η φωνή της αλήθειας. Ότι είσαι λίγος, ότι δεν αξίζεις, ότι πρέπει πάντα να αποδεικνύεις κάτι.
Μα εγώ δεν ήμουν ποτέ η αλήθεια. Ήμουν μόνο ο φόβος που ρίζωσε μέσα σου.
Γιατί πριν από μένα, υπήρχε κάτι άλλο: η ανάγκη σου να σε αγαπούν, να πιστεύουν στην αξία σου, να σε δέχονται όπως είσαι.
Και ίσως η θεραπεία αρχίζει ακριβώς εκεί. Τη στιγμή που σταματάς να πολεμάς τον εαυτό σου και αποφασίζεις να τον ακούσεις. Όχι με σκληρότητα, αλλά με κατανόηση.
Γιατί δεν γεννήθηκες για να ζεις απέναντι στον εαυτό σου. Γεννήθηκες για να επιστρέψεις σ’ αυτόν.»
Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το σημείο είναι εάν ως λειτουργοί ψυχικής υγείας αξιοποιούμε τα ψυχολογικά εργαλεία ώστε η επιστροφή στον εαυτό να μην είναι ένα εγωκεντρικό επίτευγμα. Όταν η δυτική κουλτούρα μιλάει για «επιστροφή στον εαυτό», συχνά εννοεί μια εγωκεντρική απομόνωση: «φροντίζω το personal branding μου, βάζω τα όριά μου, απομακρύνω τους τοξικούς, γίνομαι αυτάρκης». Αυτό όμως δεν είναι ίαση· είναι μια άλλη μορφή καθήλωσης και ναρκισσισμού. Πώς από το ατομικό επίτευγμα μπορούμε να μεταβούμε στη ζωντανή σχέση;
Αν γεννήθηκες για να επιστρέψεις στον εαυτό σου, τότε ποιος είναι αυτός ο εαυτός; Στην Ορθόδοξη Θεολογία (Γένεσις 1, 26), ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Τα δύο αυτά στοιχεία έχουν διαφορετική σημασία:
Το «κατ' εικόνα»: Είναι τα χαρίσματα που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο από τη δημιουργία του (λογική, ελευθερία, συνείδηση, δημιουργικότητα). Αυτό το στοιχείο είναι μόνιμο και δεν χάνεται ποτέ.
Το «καθ' ομοίωσιν»: Είναι ο τελικός στόχος του ανθρώπου. Σημαίνει την πνευματική τελείωση και τη θέωση, η οποία επιτυγχάνεται με τη δική του ελεύθερη βούληση και προσπάθεια.
Όταν ο άνθρωπος ζει μέσα στην αυτοαπόρριψη, όπως στο ποίημα, ζει στην αλλοτρίωση, είναι εκτός εαυτού. Το να «επιστρέψεις στον εαυτό σου» δεν σημαίνει έναν εγωκεντρικό αυτοθαυμασμό (ναρκισσισμό), αλλά την επιστροφή στον αληθινό, αυθεντικό εαυτό, έτσι όπως τον έπλασε ο Θεός πριν τον παραμορφώσει η πτώση, η ντροπή και η ενοχή.
Στην Παραβολή του Ασώτου Υιού (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 15, εδάφιο 17), διαβάζουμε τη φράση «εις εαυτόν δε ελθών», που σημαίνει κυριολεκτικά «αφού επανήλθε στον εαυτό του» ή «όταν συνήλθε», ο μικρότερος γιος, έχοντας ξοδέψει όλη του την περιουσία και φτάσει σε κατάσταση εξαθλίωσης, συνειδητοποιεί τα λάθη του και αποφασίζει να επιστρέψει στον πατέρα του. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, δεν μπορείς να επιστρέψεις στον Θεό αν δεν επιστρέψεις πρώτα στον εαυτό σου. Πρέπει να βρεις τον εαυτό σου για να δεις τον Θεό που κατοικεί εκεί. Η συνάντηση με τον εαυτό είναι η αυτοσυνειδησία, η αφύπνιση της συνείδησης, η συνειδητοποίηση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων, και η μετάνοια: η στροφή προς την άμβλυνση των αδυναμιών και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων.
Στην παραβολή, ο μικρότερος γιος δεν επιστρέφει σε ένα ερημητήριο· επιστρέφει σε ένα σπίτι. Εκεί υπάρχει ο πατέρας, υπάρχουν οι υπηρέτες, υπάρχει ο μεγάλος αδελφός. Η σωτηρία και η θεραπεία του δεν ολοκληρώνονται τη στιγμή της συγχώρεσης από τον πατέρα, αλλά επισφραγίζονται με ένα συλλογικό τραπέζι, μια γιορτή κοινωνίας. Ακόμα και η άρνηση του μεγάλου αδελφού να μπει στο σπίτι δείχνει ακριβώς ότι το μεγάλο στοίχημα της επιστροφής είναι η αποκατάσταση των σχέσεων με τους «άλλους».
Σήμερα, που γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι η γιορτή της Αναλήψεως, και ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία συμμετέχοντας στην εκκλησία να καταλάβει και να βιώσει το σταδιακό πέρασμα από την αυτοαπόρριψη στην επιστροφή στον εαυτό, την επιστροφή στους άλλους και την επιστροφή στον Θεό.
Η Ανάληψη του Κυρίου είναι η δικαίωση της ανθρώπινης φύσης. Ο Χριστός δεν αναλήφθηκε μόνο ως Θεός, αλλά ανέβασε στον Θεό την ανθρώπινη σάρκα — αυτή την ίδια σάρκα που η «αυτοαπόρριψη» του ποιήματος προσπαθεί να βγάλει άχρηστη, ελαττωματική και «σκουπίδι». Με την Ανάληψη, η ανθρώπινη φύση θεώνεται και κάθεται στα δεξιά του Πατρός.
Η Ανάληψη μας δείχνει ότι ο εαυτός μας δεν είναι φτιαγμένος για το χώμα και την αυτοαπόρριψη, αλλά για τον ουρανό και τη θέωση. Τη στιγμή της Ανάληψης του Χριστού, οι Άγγελοι εμφανίζονται στους Μαθητές που κοιτούσαν εκστασιασμένοι τον ουρανό και τους λένε: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε βλέποντες εις τον ουρανόν;» (Πράξεις 1,11). Τους προτρέπουν να μην κοιτάνε ψηλά, να γυρίσουν στη γη, εκεί όπου είναι η αποστολή τους: να γίνουν κοινότητα χτίζοντας σχέσεις αγάπης. Η Ανάληψη ανοίγει τον δρόμο για την Εκκλησία, η οποία είναι το «κοινό σπίτι», το γιορτινό τραπέζι της αγάπης. Μέσα στην Εκκλησία, ο καθένας φέρνει το «κατ' εικόνα» του και, αντί να συγκρίνει ή να απορρίπτει ο ένας τον άλλο, γίνονται όλοι μέλη του ίδιου σώματος. Τότε φανερώνεται το Άγιο Πνεύμα (που θα γιορτάσουμε σε δέκα μέρες, την Πεντηκοστή), όχι στον καθένα ξεχωριστά, αλλά όταν είναι «άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» (όλοι μαζί, με μια ψυχή, στο ίδιο μέρος, Καινή Διαθήκη, Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 2, εδάφιο 1).
Αν θέλαμε το ποίημα το οποίο προκάλεσε τη σκέψη μας να αντηχεί την Ορθόδοξη Θεολογία, θα προσθέταμε:
«Γιατί δεν γεννήθηκες για να ζεις απέναντι στον εαυτό σου, ούτε σε απομόνωση από τους γύρω σου. Γεννήθηκες για να επιστρέψεις στο κοινό μας σπίτι, να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου, να ανταμώσεις ξανά τον συνάνθρωπο στο ίδιο γιορτινό τραπέζι, και μέσα από αυτή την κοινωνία, να συναντήσεις Εκείνον.»
Με αυτή την προσθήκη, η «επιστροφή» δεν σταματά στον άνθρωπο (που θα ήταν απλώς μια ψυχολογική θεωρία), ούτε στον συνάνθρωπο (που θα ήταν μια ψυχοκοινωνική θεωρία), αλλά ολοκληρώνεται στη Θέωση, που είναι ο σκοπός της Ανάληψης: η ένωση του αληθινού μας εαυτού με τον συνάνθρωπο και όλων μαζί με τον Θεό (που είναι νόημα ύπαρξης).
Και ίσως η ψυχολογική θεραπεία τελειώνει ακριβώς εκεί. Όταν ο άνθρωπος νιώσει ότι η ύπαρξή του έχει αιώνια αξία, όταν ενωθεί με τον συνάνθρωπο και επιστρέψει στην αγκαλιά του Θεού για να γίνει αποδεκτός έτσι όπως τον έπλασε. Και αυτή η επιστροφή δεν εκβιάζεται. Δεν γίνεται με βιασύνη, ούτε με τους κανόνες ενός νόμου· ξεδιπλώνεται αθόρυβα, σαν ώριμος καρπός, τη μοναδική στιγμή του καθενός, όταν η ψυχή είναι πια έτοιμη να ανασαίνει ελεύθερη.
Στην Αυτοαπόρριψη υπάρχει πάντα μια αυτοπεριοριστική πεποίθηση:
«Κάτι μέσα μου είναι ανεπιθύμητο.»
«Κάτι δικό μου δεν είναι αρκετό.»
«Δεν αξίζω έτσι όπως είμαι.»
«Για να αγαπηθώ πρέπει να γίνω άλλος.»
Η Ανάληψη μας δείχνει το αντίθετο: ότι η ανθρώπινη φύση -με όλη της την ευαλωτότητα, το σώμα, την ιστορία, το τραύμα- ανυψώνεται. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για απόρριψη αλλά για κοινωνία, αξιοπρέπεια και συμμετοχή στο Θείο.
Στην ορθόδοξη θεολογία ο Χριστός δεν ανεβαίνει στον Θεό εγκαταλείποντας την ανθρώπινη φύση· την παίρνει μαζί του. Αυτό σημαίνει πως το ανθρώπινο δεν θεωρείται «λάθος» ή «κατώτερο». Άρα και η δική μας ύπαρξη δεν είναι ένα σύνολο λαθών που πρέπει να διορθωθούν για να αποκτήσουμε αξία. Σταματώντας να πιστεύουμε ότι η αξία μας εξαρτάται από την επίδοση, την αποδοχή ή την τελειότητα, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι η αξία μας είναι μια δυναμική πορεία προς τη θέωση.
Ανάληψη είναι η αποκατάσταση της ανθρώπινης αξίας.
Και μην νομίσουμε ότι η πνευματικότητα είναι απόδραση από τον εαυτό και τη ζωή, αλλά ότι είναι επιστροφή στον κόσμο με άλλο βλέμμα.
Μέσα από το φακό της Αυτοαπόρριψης λέμε:
«Πρέπει να αλλάξω για να αξίζω.»
Μέσα από το φακό της Ανάληψης λέμε:
«Η ανθρώπινη φύση μου γίνεται δρόμος προς την πληρότητα μέσα στη νέα σχέση με τον εαυτό μου, τον συνάνθρωπο και τον Θεό.»
Η πατριαρχία, από κοινωνιολογική και συστημική άποψη, είναι ένα δομικό κοινωνικό σύστημα οργανωμένο γύρω από αυστηρές ιεραρχίες, συγκέντρωση ισχύος, έλεγχο και υποταγή. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι:
Η ιεραρχική δομή: Η εξουσία ρέει από πάνω προς τα κάτω, από τον «αρχηγό», τον πατέρα, τον ηγέτη προς τους υπόλοιπους.
Ο έλεγχος της ταυτότητας: Καθορίζει αυστηρούς όρους για το τι είναι «αποδεκτό» και τι «ελαττωματικό», τιμωρώντας τη διαφοροποίηση ή την αυθεντικότητα.
Η χρήση του φόβου: Η συμμόρφωση εξασφαλίζεται μέσω του φόβου της απόρριψης, της περιθωριοποίησης ή της απώλειας της προστασίας.
Η νοσηρή θρησκευτικότητα είναι η διαστρέβλωση της πνευματικής ανάγκης του ανθρώπου για σύνδεση με το Θείο, και η μετατροπή της σε εργαλείο ελέγχου και ψυχολογικής καθήλωσης, που αποκόπτει τον άνθρωπο από την αντικειμενική πραγματικότητα, και διαρρηγνύει την ικανότητά του να σχετίζεται υγιώς με τον εαυτό του και την κοινότητα.
Η πατριαρχία βρίσκει στη νοσηρή θρησκευτικότητα τον ιδεολογικό της σύμμαχο, καθώς της προσφέρει «θεϊκή νομιμοποίηση». Η σύνδεσή τους λειτουργεί μέσα από συγκεκριμένους ψυχολογικούς μηχανισμούς.
- Η προβολή του πατριαρχικού μοντέλου στον Θεό δημιουργεί την αντίληψη ότι ο Θεός παύει να είναι η «αγκαλιά» (η σχεσιακή αγάπη) και μετατρέπεται στον απόλυτο Πατριάρχη: έναν τιμωρό, ελεγκτικό και άκαμπτο Δικαστή που απαιτεί τυφλή υπακοή. Η εξουσία του επίγειου ηγέτη (πατέρα, πνευματικού, θεσμού) παρουσιάζεται ως προέκταση της εξουσίας του Θεού. Αν αμφισβητήσεις τον επίγειο ιεραρχικό σου ρόλο, αμφισβητείς τον ίδιο τον Θεό.
- Η νοσηρή θρησκευτικότητα χρησιμοποιεί το δόγμα για να πείσει τον άνθρωπο ότι είναι εκ φύσεως ελαττωματικός και ένοχος (όχι απλώς ότι έκανε ένα λάθος, αλλά ότι ο ίδιος είναι λάθος). Η πατριαρχία χρειάζεται αυτή την εσωτερικευμένη αυτοαπόρριψη: ένας άνθρωπος που νιώθει διαρκώς ανάξιος, γίνεται παθητικός, εξαρτημένος από την αυθεντία και ανίκανος να διεκδικήσει την ελευθερία του.
Μέσα από το πρίσμα της ψυχολογίας, η πατριαρχική θρησκευτικότητα προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας: «Αν υπακούς τυφλά στους κανόνες τα «πρέπει» και «μη», και καταπιέζεις τον αυθεντικό σου εαυτό, θα ανήκεις στην ομάδα και θα σωθείς». Το τίμημα όμως είναι η απώλεια της προσωπικής βούλησης και ευθύνης, και η αλλοτρίωση.
Η υγιής θρησκευτικότητα είναι η επιστροφή στον αυθεντικό εαυτό, στην κοινωνία με τον συνάνθρωπο και στην αληθινή αγκαλιά του Θεού. Ο άνθρωπος, έχοντας αγωνιστεί με τους συνανθρώπους του μέσα στην τρικυμία της ζωής και των σχέσεων, συναντά τον Θεό ως Πατέρα που στήνει γιορτινό τραπέζι για τον υιό Του, αναγνωρίζοντας την αιώνια αξία της ανθρώπινης ύπαρξης έτσι ακριβώς όπως είναι: πληγωμένης, αλλά ακέραιης και πολύτιμης.
Ιωάννα Τριπερίνα
Ψυχολόγος MSc
Copyright © 21.05.2026